οταν σκονταψε ο Θεος...
Όταν τον άφηναν στο νηπιαγωγείο κάθε πρωί είχε κατι μούτρα μέχρι το πάτωμα, μέχρι εκει που έφταναν και τα πλούσια ατημέλητα άσπρα γενια του, τα όποια και πατούσε διαρκώς αφού αρνιόταν να τα κουρέψει (γενικά έκανε σαν τρίχρονο). Κατω από την λευκη μακριά φορεσιά του, την οποια είχε ραψει με τα χεράκια της η κα. Παντοκρατορα, είχε κρύψει δυο πλανήτες τον Κρόνο και τον Δια, και στο διάλειμμα καθόταν δίπλα στο χώμα για να παίξει βόλους με τα αλλα τσογλανακια. Ποτε εχανε και θύμωνε, ποτε κερδιζε και γινοταν του Bing Bang . Συχνά τσακωνόταν γιατί δύσκολα δεχοταν την ήττα αλλα τους έκανε τα τρία δυο με μια κίνηση εκ θαύματος και γέλαγε από την πλεον ανικανότητα των άλλων. Θεούλης. Άμα ο πατήρ του δεν του έκανε τα θελήματα, έκλαιγε και μούσκευε το πάτωμα αφήνοντας μια γλίτσα από μύξα και δάκρυα πίσω του. Κλάμαααα ο μικρός αλλα ο κος Παντοκρατορας τον άφηνε επιτηδες να πλαντάξει μπας και δροσιστεί για τα καλα ο κόσμος από κατω και ποτιστεί ο θεσσαλικός Καμπος.. Τα χρόνια πέρασαν ...